16.10.2013

Χρόνια Μυελογενής Λευχαιμία

Π. Παναγιωτίδης, Αιματολόγος -Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΚΠΑ - 1η Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Λαϊκό

επιστροφή

Η Χρόνια Μυελογενής Λευχαιμία (ΧΜΛ) είναι μια αιματολογική κακοήθεια, στην οποία διαταράσσεται η διαφοροποίηση των λευκών αιμοσφαιρίων, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται αυξημένος αριθμός ανώριμων λευκοκυττάρων στο περιφερικό αίμα . Είναι μία από τις τέσσερις συνηθέστερες μορφές λευχαιμίας, αντιπροσωπεύοντας, παγκοσμίως, το 10-15% του συνόλου των περιστατικών λευχαιμίας στους ενήλικες. Κάθε χρόνο, διαγιγνώσκονται ένα με δύο περιστατικά ανά 100.000 άτομα. Η ΧΜΛ συνήθως εμφανίζεται στη μέση ηλικία - στα 45 με 55 έτη κατά μέσο όρο - ενώ περίπου το 2% των περιστατικών είναι παιδιά. Στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 1200 ασθενείς με ΧΜΛ.
Η ΧΜΛ χαρακτηρίζεται από ένα ελαττωματικό χρωμόσωμα, το οποίο ονομάζεται Χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας (Ph). Το χρωμόσωμα αυτό είναι αποτέλεσμα μιας ανταλλαγής γενετικού υλικού ανάμεσα στα χρωμοσώματα 9 και 22. Συγκεκριμένα, ένα μέρος του 22 μετατίθεται στο 9 και αντίστροφα. Μέσω αυτού του φαινομένου (αντιμετάθεση) προκύπτει το βραχύ χρωμόσωμα Ph.
Εν συνεχεία, το χρωμόσωμα Ph, το οποίο εντοπίζεται σε όλους σχεδόν τους ασθενείς με ΧΜΛ, δίνει την εντολή για τη σύνθεση ενός ελαττωματικού ενζύμου γνωστό ως τυροσινική κινάση Bcr-Abl. Το ένζυμο αυτό διαταράσσει τους μηχανισμούς σηματοδότησης που σχετίζονται με την παραγωγή λευκών αιμοσφαιρίων. Με αυτόν τον τρόπο, οδηγούμαστε στην ανεξέλεγκτη παραγωγή των τελευταίων.
Οι θεραπευτικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας αφορούσαν την ανάπτυξη σκευασμάτων, τα οποία στοχεύουν εκλεκτικά την Bcr-Abl, αναστέλλοντας με αυτόν τον τρόπο την παραγωγή των καρκινικών κυττάρων. Η εμφάνιση του imantinib (Glivec) το 2001 μείωσε ραγδαία τη θνησιμότητα της θετικής για το χρωμόσωμα Ph ΧΜΛ: η μείωση της θνησιμότητας από το 2001 έως το 2006 ήταν της τάξης του 75%. Την επανάσταση που έφερε το imatinib ακολούθησε η ανάπτυξη του nilotinib (Tasigna). H κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ ENESTnd κατέδειξε τη θεραπευτική ανωτερότητα του nilotinib, στην επίτευξη μοριακής και κυτταρογενετικής ανταπόκρισης, καθώς και στην προστασία των ασθενών από την εκτροπή της νόσου με αποτέλεσμα λιγότερους θανάτους από ΧΜΛ.. Με λίγα λόγια: αρχικά η αξιολόγηση των ασθενών με ΧΜΛ βασιζόταν στην αιματολογική ανταπόκριση η οποία όμως δεν επέτρεπε την πλήρη ανίχνευση των κυττάρων Ph στο μυελό των οστών. Κατόπιν, η έρευνα ανέπτυξε την πιο ευαίσθητη μέθοδο της κυτταρογενετικής ανταπόκρισης (όπου λαμβάνεται δείγμα μυελού των οστών από τους ασθενείς και μετριούνται τα κύτταρα που περιέχουν το χρωμόσωμα Ph) και στη συνέχεια, την πλέον ευαίσθητη, ακόμη πιο εξελιγμένη, απλούστερη και λιγότερο επεμβατική μέθοδο της μοριακής ανταπόκρισης, η οποία επιπλέον αποτελεί και προγνωστικό δείκτη καλύτερης έκβασης για τους ασθενείς. Ας σημειώσουμε ότι η εξέταση αίματος με την εν λόγω μέθοδο επιτρέπει την ανίχνευση ενός και μόνο κυττάρου που περιέχει το γονίδιο που καθοδηγεί την παραγωγή της ελαττωματικής Bcr-Abl ανάμεσα σε 1 εκατομμύριο φυσιολογικά λευκοκύτταρα.
Βάσει των παραπάνω εξηγείται η αυξημένη αποτελεσματικότητα του nilotinib σε σύγκριση με το imatinib. Η θεραπεία με nilotinib εξασφάλισε υψηλότερα ποσοστά πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης. Επιπλέον, το nilotinib εξασφαλίζει σημαντικά υψηλότερα ποσοστά μείζονος μοριακής ανταπόκρισης αλλά και ακόμη βαθύτερης μοριακής ανταπόκρισης, η οποία ορίζεται ως το επίπεδο μεταγράφων bcr-abl (τα μόρια-εκμαγεία που καθοδηγούν τη σύνθεση της τυροσινικής κινάσης Bcr-Abl) σε ποσοστό 0,0032% ή ακόμη λιγότερο, στη διεθνή κλίμακα μέτρησης («πλήρης» μοριακή ανταπόκριση). Σήμερα, η μοριακή παρακολούθηση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της τακτικής παρακολούθησης των ασθενών, δεδομένου ότι επιτρέπει τον καλύτερο δυνατό προσδιορισμό των επιπέδων ελάχιστης υπολειμματικής νόσου .
Οι παρατηρήσεις αυτές δείχνουν ότι η πιο εκλεκτική αναστολή της πρωτεΐνης Bcr-Abl είναι βασικό κριτήριο στην καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου. Οι περισσότεροι ασθενείς διαγιγνώσκονται στο αρχικό στάδιο της νόσου, δηλαδή στην χρόνια φάση, η οποία συχνά δεν συνοδεύεται από εμφανή συμπτώματα. Οι ασθενείς είναι πιθανό να παραμείνουν για μήνες ή χρόνια σε αυτή την φάση της νόσου. Όμως, εάν δεν λάβουν θεραπεία, παρουσιάζουν εκτροπή της νόσου στην επιταχυνόμενη ή τη βλαστική φάση. Κατά την τελευταία, η οποία ονομάζεται και βλαστική κρίση, είναι δυνατόν να παρουσιαστούν όγκοι εκτός του μυελού των οστών, απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις, σοβαρή αναιμία και αιμορραγικές εκδηλώσεις, που εν τέλει οδηγούν στο θάνατο του ασθενούς.

Π. Παναγιωτίδης, Αιματολόγος - Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΚΠΑ - 1η Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Λαϊκό

Newsletter

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τα νέα του συλλόγου μας.

.

Κ.Ε.Φ.Ι. - Σύλλογος Καρκινοπαθών Εθελοντών Φίλων & Ιατρών Αθηνών

Φαραντάτων 34, Αθήνα - Γουδί, 11527
τηλ: 210 6468222, 210 3244390
fax: 210 6468221
e-mail: info@anticancerath.gr

Created by Gravity.gr

Κ.Ε.Φ.Ι. - Σύλλογος Καρκινοπαθών Εθελοντών Φίλων & Ιατρών Αθηνών

ΚΕΦΙ Σύλλογος Καρκινοπαθών Εθελοντών Φίλων Ιατρών Αθηνών

Φαραντάτων 34, Αθήνα - Γουδί, 11527
τηλ: 210 6468222, 210 3244390
fax: 210 6468221
e-mail: info@anticancerath.gr